Ταχογράφος

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Πολίτης Αθηνών


Από τότε που σε γνώρισα, πάντα μου έλεγες ότι θα ήθελες πολύ να μπορούσες να φύγεις για κάποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και να ζούσες εκεί. Πάντα, αυτό ήταν κάτι που σε γοήτευε. Πάντα πίστευες ότι εκεί τα πράγματα λειτουργούν καλύτερα απ’ ότι στην Αθήνα ή και την Ελλάδα γενικότερα. Κι εγώ πάντα αρνητικός. Δεν ήθελα ούτε να το ακούσω. Ποτέ δεν καταλάβαινα την ανάγκη σου αυτή. Όσο κι αν προσπαθούσα, ήταν πέρα από τη λογική μου. Κάποια στιγμή και για άσχετους λόγους μου είπες ότι θα ήθελες να μάθεις τους λόγους για τους οποίους μου αρέσει να μένω σ’ αυτό το μπουρδέλο. Μπήκα σε απίστευτες σκέψεις. Έπρεπε να καταφέρω να μεταποιήσω τις αισθήσεις  σε λέξεις και με αυτές να τις περιγράψω το ίδιο δυνατές όπως υπάρχουν μέσα μου χωρίς να χάσουν τη μαγεία και τη δύναμή τους. Δύσκολο. Αλλά όχι και ακατόρθωτο. Έτσι, αφέθηκα. Και ξαφνικά βρέθηκα στην Πειραιώς, σε μια αφόρητη κίνηση, που μου έδινε όμως το δικαίωμα να παρατηρώ για πολύ ώρα στο βάθος τον πάλλευκο Παρθενώνα με φόντο τον αττικό ουρανό και δυο κοτσύφια να ερωτοτροπούν στη λεύκα της νησίδας, περαστικά, στο ταξίδι τους προς την αναζήτηση του καλοκαιριού.  Και πιο κει ένα λιμάνι ανοιχτό στην Μεσόγειο και μια παράκτια γραμμή, απαρχή του αιώνιου Αιγαίου και λίγοι φοίνικες, φυτεμένοι πρόσφατα στη σειρά, με γεωμετρική ακρίβεια, προσπάθεια καλλωπισμού της απογευματινής μας βόλτας. Και άνθρωποι αγχωμένοι στους απελπιστικά γκρίζους δρόμους, να κανονίζουν ραντεβού για μια μπύρα ή ένα καφέ στις μικρές οάσεις της πόλης, μέσα στα στενά των παλιών γειτονιών και τις ταράτσες των νεοκλασικών κτιρίων που επιβίωσαν από τη βία της αντιπαροχής. Και δυο παιδιά με κοντομάνικο στη γειτονιά μου να παίζουν ποδόσφαιρο με τέρμα δυο κουτάκια coca cola και μια γιαγιά να τους φωνάζει να μη της σπάσουν το γεράνι στο παράθυρο. Και δυο υγρά μάτια στη θέα δυο άλλων ματιών στη μέση της Ερμού, πίσω απ’ το εκκλησάκι της Καπνικαρέας. Κι όλοι μαζί, αγανακτισμένoι, έξω από το κοινοβούλιο για να μη χαθούν αυτές οι γεύσεις στο βωμό του ευρωπαϊκού ονείρου και γίνουμε και μείς όπως όλες οι άθλιες πρωτεύουσες που πάντα ονειρευόσουν. Και μέσα σ’ όλα αυτά, η ερώτηση μέσα μου να γίνεται πιο έντονη από ποτέ. Σου αρκεί; Και η απάντηση αυθόρμητη στην σιγουριά της καθημερινότητας που καλημερίζεις τον περιπτερά και βρίζεις τον ταξιτζή, χρέος στην ισορροπία του ταπεραμέντου σου. Μου αρκεί. Κι όσο παραμένεις, μου περισσεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου