Ταχογράφος

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Επιτάφιος delivery


Η Μεγάλη Εβδομάδα ενδείκνυται πάντα για μια εκδρομή εκτός πόλης. Κοντά ή μακριά, δεν έχει και τόση σημασία. Αρκεί να φύγεις για λίγο από το άστυ, όσο γίνεται πιο εξοχικά. Μαζί με την Ανάσταση του Κυρίου να ζήσεις και την Ανάσταση της φύσης, με τις μυρωδιές και τα αρώματα. Πάντα το θέλω αυτό. Και πάντα κάπου πάω. Μια κοντά, μια μακριά. Έτσι και φέτος, αποφασίστηκε να πάμε κάπου κοντά. Να πάμε στη Σαλαμίνα. Αφού και σπίτι υπάρχει, ας μην αναλωθούμε σε μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις.  Η εκδρομή άρχισε τη Μεγάλη Πέμπτη. Το απόγευμα ήμασταν στο σπίτι. Ήθελα να το ζήσω όσο πιο παραδοσιακά γίνεται. Καθαρίσαμε πρώτα την αυλή και τον κήπο, κλαδέψαμε τα περιττά, ρίξαμε νερά να φύγουν τα χώματα και τα ξερά φύλλα, πλατσουρίσαμε ξιπόλητοι στις πλάκες Καρύστου και μετά φτιάξαμε να απολαύσουμε ένα καφεδάκι στην ήρεμη βεράντα. Νεκρή ώρα στο σούρουπο μέχρι τη Σταύρωση και το στολισμό του επιταφίου. Στη Σαλαμίνα, θυμάμαι, πάντα μετά τη Σταύρωση μαζεύονταν όλες οι κυρίες στις ενορίες και τα ξωκλήσια και στόλιζαν τον επιτάφιο με ιδιαίτερο ζήλο. Από πάντα έτρεφαν μέσα τους ένα ιδιαίτερο ψώνιο για το ακριβό και το ωραίο και πάντα είχαν στο νου τους να στολίσουν τον πιο όμορφο και τον πιο ιδιαίτερο Επιτάφιο του νησιού. Άλλες εκτιμούσαν το χωριάτικο στυλ, φέρνοντας από τους κήπους τους τα πιο φρέσκα και περίεργα λουλούδια κι άλλες,  πιο μοντέρνες και επιφανείς,  φρόντιζαν να έχουν παραγγείλει στα ανθοπωλεία σπάνιες ορχιδέες και μεγάλες αγκαλιές γυψοφύλλης  έτσι ώστε η έλευσή τους στο ναό να στεφθεί από βλέμματα θαυμασμού για την εντυπωσιακή προσφορά στο Θείο Δράμα. Και ο στολισμός,  μια ολονύχτια διαδικασία, ως τις πρώτες πρωινές ώρες μεταξύ κατάνυξης και κουτσομπολιού, στοιχεία γοητευτικά που υπερτόνιζαν τον επαρχιακό χαρακτήρα του εθίμου. Κι ήταν όλα αυτά, που αναπολούσα και ήθελα να ξαναζήσω στο νησί. Λαχταρούσα την ώρα της νυχτερινής τσάρκας από την Μητρόπολη στο κάθε ξωκλήσι και τη Σταυροπροσκύνηση ανάμεσα στις μοντέρνες μυροφόρες και τους πάγκους με τα πολύχρωμα ανοιξιάτικα μπουκέτα. Και η ώρα περνούσε και η στιγμή ερχόταν ακόμη πιο κοντά. Τα δώδεκα Ευαγγέλια, η Σταύρωση, κατανυκτικές στιγμές της βραδιάς και η συγκίνηση στο απόγειο λες και το αίσθημα μες στο χρόνο ανανεώνεται σταγόνα τη σταγόνα μέχρι ακριβώς τη στιγμή που ακούγεται ο χτύπος του σφυριού στο ξύλο και ξεχειλίζει στο χώρο από τα μάτια των γηραιότερων όπως ακριβώς στις αποχαιρετιστήριες στιγμές των κοντινών και αγαπημένων μας προσώπων. Και η νύχτα να γίνεται μέρα με τα αυτοκίνητα να γυρίζουν το νησί από εκκλησία σε εκκλησία για το καθιερωμένο ραντεβού της Μεγάλης Πέμπτης. Το γυναικείο μοναστήρι γεμάτο μυστηριακές φιγούρες στη σιωπή και τον σχεδόν ανατριχιαστικό ήχο των ύμνων της ημέρας, κάτι μεταξύ οδύνης και φάλτσας προσευχής μιξαρισμένο με την εμμονική πένθιμη καμπάνα των Παθών.  Και οι προσκυνητές ήσυχοι να αφουγκράζονται την ατμόσφαιρα της βραδιάς και να υποχρεώνονται σε μια αυτοσυγκέντρωση σχεδόν μεταφυσική. Επόμενη κατεύθυνση η πόλη της Κούλουρης. Τα αστικά έθιμα του νησιού. Ο πολιτισμός. Πολιτισμός και παρεξήγηση. Ή αλλιώς η παρεξήγηση του πολιτισμού. Υπέρλαμπρα στολισμένο το πένθος σε κάθε γωνία του ναού και από το ακάνθινο στεφάνι στο σταυρό να κρέμονται ασημοκλωστές, βροχή γκλαμουριάς στο ματωμένο ξύλο της Καινής Διαθήκης. Και έως το στομάχι να ξαναέρθει στη θέση του και ο θυμός να καταλαγιάσει, από το απέναντι στενό να ξεπροβάλει ο Επιτάφιος έτοιμος και παγωμένος, στολισμένος με φούξια λίλιουμ εκτός ναού,  από το απόγευμα, παραγγελιά  σε κάποιο ακριβό ανθοπωλείο μην τυχόν και λερωθεί η εκκλησία με τα κοτσάνια και κουραστεί ο καντηλανάφτης να σκουπίσει τα φυλλαράκια από το πάτωμα και ούτε να ξενυχτάμε άσκοπα στολίζοντας ως το πρωί. Γιατί κι ο χρόνος είναι χρήμα και όσο να ‘ναι οι ασημοκλωστές κοστίζουν. Όντως κοστίζουν. Κοστίζουν την ποιότητα της παράδοσης που απελπισμένα ζητάμε στα απομεινάρια της μνήμης μας.  Και άντε τώρα να πας στην Ανάσταση και να μη σχολιάσεις την παγέτα και τη μουσελίνα που σίγουρα θα κάτσει κάποια στιγμή δίπλα σου και θα κολαστείς, χρονιάρα μέρα, να τη λαμπαδιάσεις να έρθει η φιέστα να δικαιωθεί στο ζενίθ των ημερών και να ‘χουμε και κάτι να θυμόμαστε. Να πω ‘’και του χρόνου’’;  Ούτε να το σκέφτεστε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου