Ταχογράφος

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η μελαγχολία των Χριστουγέννων

Πριν αρχίσω να γράφω, είχα τρομερά νεύρα με αυτή τη νέα κατάσταση που επικρατεί γύρω μας τις ημέρες των εορτών. Ήθελα πραγματικά να βάλω τις φωνές σε όλους αυτούς που ζουν αυτές τις μέρες μες στην κατάθλιψη και τη μελαγχολία. Όμως ένας φίλος με έκανε να το δω αλλιώς το θέμα και να αντιμετωπίσω την κατάσταση με τρόπο μάλλον Χριστουγεννιάτικο όσο κι αν αυτό μπορεί να μην του αρέσει καθόλου.
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πόλη του κόσμου, όπου όλα είχαν ισοπεδωθεί και έτρεχαν στους ρυθμούς της διεθνούς αγοράς, ζούσε  ένα μικρό παιδί, ο Φάνης.  Τη λάτρευε την πόλη. Του άρεσε να την περπατάει απ’ άκρη σ’ άκρη και να ανακαλύπτει μέσα στη μαυρίλα όλα αυτά τα ζωτικά στοιχεία που της πρόσθεταν λίγη γοητεία. Σαν να αναζητούσε λίγο φως στο σκοτεινό τοπίο, επηρεασμένος ίσως κι από την ημέρα της ονομαστικής του εορτής. Τα Θεοφάνεια. Τα Χριστούγεννα για τον μικρό Φάνη ήταν πάντα μέρα χαράς. Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, έτσι κι αυτός χαίρονταν με όλα τα στολίδια και τις μουσικές των ημερών. Πίστευε στον Άη Βασίλη, στόλιζε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ψώνιζε δώρα, έλεγε τα  κάλαντα…  Κι όλα αυτά μέχρι εκείνα τα Χριστούγεννα. Τότε που όλα άλλαξαν. Μία ατυχής στιγμή στη ζωή του, άλλαξε την άποψή του για τη γιορτή εντελώς. Εκείνες οι γιορτές, για τον μικρό Φάνη, ήταν πολύ δύσκολες. Δεν μπορούσε να βρει τη χαρά πουθενά. Όλα του φαίνονταν μάταια. Μάταια τα στολίδια, μάταια τα φωτάκια, μάταια τα τραγουδάκια. Σαν να του ξεριζώσανε από μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων και αφήσανε μια τρύπα άδεια κι ένα κενό αβάσταχτο. Κι αυτό ενεγράφη μέσα του για πάντα. Όπως τότε που μπορεί να καείς με ζεστό νερό κι από τότε όσες φορές κι αν βράσεις νερό θυμάσαι πάντα το πρώτο σου κάψιμο. Και ο καιρός περνούσε και τα Χριστούγεννα ξανάρχονταν. Ο Φάνης δεν ήθελε να ασχοληθεί καθόλου μαζί τους. Τον απωθούσε και μόνο η ιδέα. Ούτε φωτάκια ήθελε να βλέπει, ούτε δεντράκια, ούτε ψεύτικα ελαφάκια στους δρόμους. Ήταν όλα ψεύτικα. Οι φίλοι του δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Όσο κι αν ήθελαν, όσο κι αν προσπαθούσαν, το είχε πάρει απόφαση. Τα Χριστούγεννα καίνε.  Μόνο οι νύχτες του έφτιαχναν τη διάθεση. Περπατούσε αδιάκοπα, αδιαφορώντας για την πολύχρωμη ατμόσφαιρα. Μέχρι που ένα βράδυ μέσα σε ένα στενό δρομάκι συνάντησε μια περίεργη φιγούρα. Μία γηραιά κυρία απροσδιορίστου ηλικίας, ντυμένη στα μπλε και με έναν περίεργο κότσο ο οποίος κατέληγε σε ένα χρυσό κόσμημα με γυαλιστερά πετράδια σε σχήμα μαργαρίτας. Απέφυγε να την κοιτάξει στα μάτια, όμως αυτή του απευθύνθηκε. ‘’Φάνη… Φάνη… Έλα εδώ. Μη με φοβάσαι.’’  Του μίλησε για μια χορεύτρια που κάποτε αποφάσισε να φύγει από το μουσικό κουτί της και να βγει στον κόσμο και να ζήσει αυτό που έβλεπε μέσα από τη γυάλα με τα χιόνια. Και που, προς μεγάλη της απογοήτευση ο κόσμος δεν ήταν όπως τον φανταζόταν  αλλά μάλλον πιο μίζερος και σκοτεινός. Και του περιέγραψε όλες τις άσχημες μέρες που πέρασε μέχρι να μπορέσει να συνηθίσει την νέα κατάσταση, ώσπου μια ωραία μέρα θυμήθηκε ότι σε κάποια από τις τσέπες του παλτού της είχε κρύψει το κλειδί του μουσικού κουτιού . Και ότι από τότε,  κάθε παραμονή Χριστουγέννων, η χορεύτρια βγάζει το κλειδί από την τσέπη της,  το χορεύει ένα χορό αλά παλαιά και ξαφνικά χιονίζει και το τοπίο γίνεται όπως τότε που το ήξερε κλεισμένη μες στη γυάλα γιορτινό και χαρούμενο. Και ο Φάνης την κοιτούσε συγκινημένος και έκπληκτος. Και ξαφνικά έφερε το χέρι της στον κότσο, τράβηξε το περίτεχνο κλειδί που κρατούσε τα μαλλιά της, τον πήρε από το χέρι και τον χόρεψε έναν χορό σχεδόν μαγικό. Και ξαφνικά άρχισε να χιονίζει και το γκρι τοπίο έχασε τη μουντάδα του και τα φωτάκια λαμποκοπούσαν όσο ποτέ και ο Φάνης, με το κλειδί στο χέρι συνέχισε να χορεύει ως το πρωί  που γύρισε στο σπίτι του και δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Έβαλε το κλειδί σε ένα μικρό μπλε κουτί και πανευτυχής κάθισε στο παράθυρο να απολαύσει το χριστουγεννιάτικο τοπίο.

1 σχόλιο: