Ταχογράφος

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Η γιαγιά απέναντι


Οι διαδρομές μου με το ΜΕΤΡΟ, συνήθως είναι μικρά ανούσια διαλείμματα στη μέση μιας μέρας όπου κανείς τίποτα δεν περιμένει και τίποτα δεν κάνει παρά να σκέφτεται τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του, υποτίθεται οργανώνοντας το χρόνο που έρχεται. Μικρά ιντερμέδια χαλάρωσης και ανασυγκρότησης, στον μηδενικό χρόνο μεταξύ του τέλους και της αρχής μιας νέας πράξης. Όμως, καμιά φορά, ακόμη και εκεί ο χρόνος μπορεί να σε εκπλήξει. Μία κίνηση, ένα βλέμμα, ένα άρωμα, μια μορφή, παίρνει τη στιγμή και την ξεχειλώνει και χάνεσαι στα δευτερόλεπτα και τσαλαβουτάς σε σκέψεις από το παρελθόν και οι μνήμες σε υποχρεώνουν στη συγκίνηση μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας που δεν υπολόγιζες ούτε στα πιο κρυφά σου όνειρα. Έτσι και χθες. Μια κλασσική μπλε διαδρομή στα έγκατα της γης με πήρε από το χέρι και βόλτα στα τρυφερά χρόνια της παιδικής μου αθωότητας,  που χρόνια τώρα θάβω κάτω από τα εφήμερα προβλήματα της ενηλικίωσής μου. Ένα γνώριμο χέρι στο απέναντι κάθισμα, μαγνήτης του μυαλού μου σε μια συγκίνηση απόλυτη αλλά και σημαντική για την ώρα. Το χέρι της γιαγιάς μου. Το χέρι της γιαγιάς απέναντι. Της γιαγιάς του ΜΕΤΡΟ.  Το αποστεωμένο χέρι με τις πανάδες και τις μπλε φλέβες, ίδιες με αυτές της διαδρομής Αιγάλεω-Αεροδρόμιο,  φορώντας επί χρόνια δύο ίδιες χρυσές βέρες, ενθύμιο ενός μακρινού γάμου που ίσως διέκοψε ο θάνατος. Και άβαφα λεπτά νύχια προϊόν  του μοναδικού ίσως καλλωπισμού σ’ αυτήν την ηλικία και δύο μάλλινα πράσινα πέτα διακοσμημένα με την καλή περίτεχνη καρφίτσα των ειδικών περιστάσεων και ένα εμπριμέ μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, δείγμα αισθητικής μιας άλλης εποχής, τότε που ίσως ακόμη ίσχυε η έννοια του όρου κοκέτα. Και τα μαλλιά κοντά και βαμμένα  Matisse -μωβ, πορτοκαλί-  με τη ρίζα τους κάτασπρη να μην καταδέχεται άλλη καταπίεση από κανένα άλλο πινέλο παραλλαγής. Και κάπου εκεί, δυο μάτια λαμπερά και σίγουρα. Περήφανα για τη ζωή που είδαν, για τη ζωή που έζησαν και συνεχίζουν να τη διανύουν τώρα πια με το ΜΕΤΡΟ. Και όπως με έπαιρνε η συγκίνηση από τα μούτρα και δεν είχα καμία άλλη επιθυμία από το να χαϊδέψω το χέρι απέναντι, η μαγική γυναίκα έσκυψε να σηκώσει τα κοντά καλτσάκια της κάτω από τη midi φούστα της. Κι ήθελα να της ζητήσω να το κάνω εγώ. Να σκύψω και να τραβήξω τα μπεζ καλτσάκια κατά μήκος της στεγνής γάμπας της ως φόρο τιμής στις γιαγιάδες του  κόσμου που είναι όλες ίδιες.  Η δική μου, η γιαγιά του Γιάννη, η γιαγιά του καθενός. Η γιαγιά που πάντα έχει στην τσέπη της δυο καραμέλες για να ξεκλέβει ένα φιλί και ένα χαμόγελο μας.  

2 σχόλια:

  1. δεν μπορώ να αποφασίσω τι με ενοχλει περισσότερο.. το 0 σχόλια ή το ΄1 σχόλια.. :(
    ειχα έλθει τυχαία στα πρωτα ποστ.. δεν ειχα σχολιάσει.. το άφησα για μετά και το ξέχασα.. τώρα μπήκα.. μια και δε θυμόμουν τι είναι αυτό το artiriart στα αγαπημένα μου.. δικαίως βρισκεται εκεί τελικά.. θα το βάλω και στο ρουφιάνο του σαιντ μπαρ μου να παρακολουθώ.. :):)
    αντε έκλαψα πάλι ο γερομισμπίκης.. :):)
    την καλησπέρα μου :):)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Oμορφο,τρυφερό.Η αθωότητά δεν έχει χαθεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή