Ταχογράφος

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Αδέσποτα βλέμματα

Οι γειτονιές της πόλης μου ήταν πάντα φιλόξενες στα αδέσποτα. Από μικρό παιδί θυμάμαι να παίζουν μαζί μου διάφορα τετράποδα που γυρνούσαν στους δρόμους και τρέφονταν από τα αποφάγια μας και έπιναν νερό στα κεσεδάκια από τα γιαούρτια δίπλα στις πόρτες των σπιτιών μας. Τα περισσότερα από αυτά αν και φιλικά, φάνταζαν στα μάτια μας απειλητικά πολλές φορές. Θυμάμαι την ξαδέρφη μου να τα σταυρώνει και να τους λέει το ξόρκι ‘Ο Χριστός επέρασε, σκύλος τον εγάβγισε, σίδερα στα πόδια του, κλειδωνιά στο στόμα του’. Πάντα επί τρία και πάντα έπιανε. Ίσως γιατί, έτσι κι αλλιώς, το ζωντανό δεν είχε καμία διάθεση για τσαμπουκάδες αλλά και γιατί κώλωνε στη θέα μιας τρελής που το ξόρκιζε. Συνήθως τα αρσενικά τα έλεγαν Τζακ ή Αράπη και τα θηλυκά Λίζα ή Κανέλα. Διαφορετικές προσωπικότητες και το κάθε ένα με την επιδεξιότητά του, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος που γίνονταν μια μεγάλη παρέα ενός ασταμάτητου οργίου στη μέση του δρόμου κι εμείς μάρτυρες της μεγάλης ακολουθίας του πανάρχαιου ενστίκτου της αναπαραγωγής του είδους. Μελανό σημείο των καιρών, η εισβολή του πολιτισμού στην ήσυχη ζωή μας ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του μπόγια. Και ξαφνικά οι τετράποδοι φίλοι μας χάνονταν και όλα άλλαζαν. Οι δρόμοι άδειοι και τα κεσεδάκια γεμάτα, μέχρι κάποιο περαστικό και φοβισμένο ζώο να περάσει και να αρχίσει πάλι να μας εμπιστεύεται. Όμως χρόνο με το χρόνο, τα σκυλιά μειώθηκαν. Άρχισαν οι στειρώσεις, οι φόλες, οι ευθανασίες και το να δεις έναν αλητάκο πραγματικά αποτελεί πια σπάνιο γεγονός. Όπως χθες το βράδυ, που γυρνώντας στο σπίτι μου, είδα στο δρόμο μια περίεργη σκιά να με παρακολουθεί και η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι επρόκειτο για έναν κάποιο Τζακ. Μόλις τον είδα, ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό μου και τα χείλια μου δημιούργησαν αυτόματα τον γνωστό ήχο που προσκαλεί τα σκυλιά κοντά σου, χρόνια τώρα. Διστακτικός στην αρχή, με κοίταζε ακίνητος και με την ουρά έτοιμη για τον πιο τρελό χορό. Κάθισα στα γόνατα και άρχισα να τον φωνάζω. Και καμαρωτός όπως ήταν έτρεξε κατά πάνω μου με μια λαχτάρα που όμοιά της δεν είχα ξαναδεί. Με μύρισε και αφού με φίλησε στο χέρι όπως όταν ζητάμε ευχή, γύρισε και με κοίταξε κατάματα με το βλέμμα του που ήμουν σίγουρος πως ήταν ένα βλέμμα που κάποτε είχα ξαναδεί. Θα μπορούσε να είναι το βλέμμα του παππού μου, η του πατέρα μου, ίδιο και απαράλλαχτο. Η ουσία των ματιών του, ενέργεια του πάντα μου. Τα ήξερα αυτά που μου έλεγε. Τα είχα ξανακούσει. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το βλέμμα που βλέπεις και από την αρχή αναγνωρίζεις τον δικό σου άνθρωπο. Τη δική σου ύπαρξη. Και του είπα ‘έλα’ και ήρθε. Και με περίμενε με σεβασμό έξω από το σπίτι και του έβγαλα ένα ζεστό χαλάκι και ένα κεσεδάκι με νερό μαζί με λίγα μακαρόνια απ’ το μεσημέρι. Και το πρωί ξύπνησα και ο Τζακ έπαιζε με το παιδάκι του γείτονα. Καλημέρα παιδιά. -Καλημέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου